Saint – John Perse | ΑΝΑΒΑΣΗ II

Ετικέτες

134

Στούς πολυσύχναστους τόπους εἶναι οἱ πιό μεγάλες σιωπές, στούς τόπους τούς συχναζόμενους ἀπό ἀπήδαλους τό μεσημέρι.
Βαδίζω, βαδίζετε σ’ ἕνα τόπο μέ ψηλές ράχες ὅλο μελισσόχορτο, ὅπου ἀπλώνουν τήν πλύση τῶν Μεγάλων.
Δρασκελᾶμε τό φόρεμα τῆς Βασίλισσας, ὅλο νταντέλα μέ δυό οὔγιες χρῶμα μελαψό (ἄ! πῶς τό ξυνό γυναικεῖο κορμί ξέρει νά λεκιάζει ἕνα φόρεμα στή μεριά τῆς ἀμασχάλης!).
Δρασκελᾶμε τό φόρεμα τῆς κόρης της, ὅλο νταντέλα μέ δυό οὔγιες χρῶμα ζωηρό (ἄ! πῶς ἡ γλῶσσα τῆς σαύρας ξέρει νά συνάζει τά μυρμήγκια στή μεριά τῆς ἀμασχάλης!).
Κι ἴσως πρίν καλά καλά κυλήσει ἡ μέρα ὁ ἴδιος ἄντρας θά ἔχει κορώσει γιά μιά γυναῖκα καί για τήν κόρη της.
Σοφό γέλιο τῶν νεκρῶν, ἄς μᾶς ξεφλουδίσουν τοῦτα τά φροῦτα!..Πῶς λοιπόν! Δέν ὑπάρχει πιά χάρη στόν κόσμο κάτω ἀπ’ τ’ ἀγριοτριανταφυλλο;
Σιμώνει, ἀπό τούτη τή μεριά τοῦ κόσμου, μιά μεγάλη συφορά μενεξεδιά πάνω στά νερά. Ὁ ἄνεμος σηκώνεται. Ἄνεμος θαλασσινός. Κι ἡ πλύση σκορπίζεται! Σάν ἱερέας πού τόν κάναν κομμάτια…

Saint – John Perse
Μετάφραση: Τάκης Παπατσώνης

Jean Genet |Ό,τι απέμεινε από έναν Ρεμπραντ που σχίστηκε σε μικρά πολύ κανονικά τετραγωνάκια και πετάχτηκε στο αποχωρητήριο – Η παράξενη λέξη…

Ετικέτες

133

Ό,ΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΡΕΜΠΡΑΝΤ ΠΟΥ ΣΧΙΣΤΗΚΕ ΣΕ ΜΙΚΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΝΟΝΙΚΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝΑΚΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΑΧΤΗΚΕ ΣΤΟ ΑΠΟΧΩΡΗΤΗΡΙΟ

Μόνο τις ἀλήθειες πού δέν ἀποδεικνύονται, κι αὐτές ἀκόμα
πού εἶναι «πλαστές», αὐτές πού δεν μποροῦμε
νά τραβήξουμε μέχρι τά ἄκρα τους δίχως να τίς
ἀρνηθοῦμε ἤ νά ἀρνηθούμε τον ἑαυτό μας, μόνον
αὐτές πρέπει νά δοξάζει τό ἔργο τέχνης. Δέν θα ἔχουν
ποτέ τήν τύχη ἤ τήν ἀτυχία νά ἐφαρμοστοῦν. Ἄς
ζήσουν μέσα ἀπό το τραγούδι πού ἔγιναν και πού
αὐτές προκάλεσαν.


Τό βλέμμα μας μπορεῖ νά εἶναι
σβέλτο ἤ ἀργό – ἐξαρτᾶται τόσο
ἀπό αὐτό πού κοιτᾶμε, ὅσο, ἤ κι
ἀκόμη παραπάνω, ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους.
Γι’αὐτό μιλῶ γιά τήν ταχύτητα πού
φέρνει τό ἀντικείμενο μπροστά μας ἤ
γιά τήν ἄργητα πού τό κάνει βαρύ.

 

*Απόσπασμα από τη σελίδα:  15

Το κείμενο «Ό,τι απέμεινε από έναν Ρέμπραντ που σχίστηκε σε μικρά πολύ κανονικά τετραγωνάκια και πετάχτηκε στο αποχωρητήριο» δημοσιεύτηκε πρώτη φόρα στο γαλλικό περιοδικό Tel Quel το 1967. Ο τίτλος πρέπει να εκληφθεί κυριολεκτικά: το 1964, ο Ζαν Ζενέ, μετά την αυτοκτονία του συντρόφου του, κατέστρεψε τα χειρόγραφα πάνω στα όποια δούλευε, ένα εκ των οποίων αφορούσε τον Ρέμπραντ. Ωστόσο, λίγο πριν, είχε εμπιστευθεί δύο αποσπάσματα του σε έναν μεταφραστή, κι έτσι αυτά σώθηκαν από την καταστροφή.
Για το περιοδικό Tel Quel ο Ζενέ έβαλε τα κείμενα αντικριστά σε δύο στήλες, μετατρέποντας το ένα σε σχόλιο του άλλου. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική φόρμα που εξυπονοεί πως κάθε λόγος είναι διττός. Το πρώτο απόσπασμα αναφέρεται σε ένα θεμελιώδες περιστατικό της ζωής του: «Μια μέρα, σ’ ένα βαγόνι, κοιτώντας τον ταξιδιώτη που καθόταν απέναντί μου, είχα την έκλαμψη ότι κάθε άνθρωπος αξίζει όσο κάθε άλλος». Αυτή η βαθιά ανθρώπινη εμπειρία πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα του δεύτερου αποσπάσματος, όπου ο Ζενέ μιλάει για τη γοητεία που του ασκεί η ζωγραφική του Ρέμπραντ.

 

 

Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΛΕΞΗ…

Μέ ἕνα εἶδος ἀνάλαφρης χάρης, τά νεκροταφεῖα μετά ἀπό κάποιον χρόνο ἀφήνονται στήν ἐγκατάλειψη. Πεθαίνουν, ὅταν δέν θάβονται πιά ἐκεῖ οἱ νεκροί, ἀλλά πεθαίνουν μέ τρόπο κομψό: λειχῆνες, βρύα, μούχλα καλύπτουν τίς πλάκες. Τό θέατρο, πού χτίστηκε μέσα στό νεκροταφεῖο, θά πεθάνει ἴσως -θά σβήσει- ὅπως κι ἐκεῖνο. Μήπως ἐξαφανιστεῖ ; Ἡ θεατρική τέχνη εἶναι πιθανόν νά ἐξαφανιστεῖ κάποια μέρα. Πρέπει νά ἀποδεχτοῦμε τήν ἰδέα. Ἄν ἡ δραστηριότητα τῶν ἀνθρώπων γινόταν κάποτε μέρα μέ τή μέρα ἐπαναστατική, τότε τό θέατρο δέν θά εἶχε θέση στή ζωή. Ἄν κάποτε μιά νάρκωση τοῦ πνεύματος ἔφτανε στό σημεῖο νά μήν προξενεῖ στούς ἀνθρώπους παρά μόνο τήν ἀποχαύνωση, τό θέατρο θά πέθαινε και πάλι.

*Απόσπασμα από τη σελίδα:  40

H «Παράξενη λέξη…» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1967 στο γαλλικό περιοδικό Tel Quel. Αποτελείται από εικοσιμία παραγράφους, αποσπασματικές και άνισου μήκους, που χωρίζονται μεταξύ τους με αστερίσκους. Μια δομή «Σκέψεων» που συντο­νίζεται με τις δοκιμιακές αναζητήσεις του 20ού αιώνα.
Ο Ζενέ προτείνει μια παράδοξη ιδέα: «Στις σημερινές πόλεις, ο μόνος τόπος όπου θα μπορούσε να κατασκευαστεί ένα θέατρο είναι το νεκροταφείο. Η επιλογή εξυπηρετεί εξίσου το νεκροταφείο όσο και το θέατρο». Εκκινώντας από την πόλη και τον τόπο του θεάτρου, ο Ζενέ «με την ενεργητική νωχέλεια ενός παιδιού που ξέρει τη σπουδαιότητα του θεάτρου» μιλάει για όλες τις πλευρές του θεατρικού γεγονότος: τον συγγραφέα και το δράμα, τη γλώσσα, τον ηθοποιό και τον «επικήδειο μίμο», και πάνω απ’ όλα για τον θεατή και την εμπειρία του. Σκιαγραφώντας τελικά την ιδιαιτερότητα του Θεάτρου, ενός θεάτρου ουτοπικού, «μνημειακού» και μελλούμενου.
Δικαιολογημένα ο Bernard Dort, στο επίμετρο του ειδικά για την ελληνική έκδοση των «Μαριονετών» του Κλάιστ (Εκδόσεις Άγρα, 1982), περιλαμβάνει το κείμενο αυτό του Ζενέ στα «σπάνια κείμενα που μιλάνε για το θέατρο – μαζί με την «Ομιλία στους ηθοποιούς» στον Άμλετ, ορισμένες Divagations του Μαλλαρμέ, το «Θέατρο και το είδωλό του» τού Αρτώ (εύκολα θα προσθέταμε και τον ‘Πρόλογο στο θέατρο’ στον Φάουστ του Γκαίτε)». Και στα «ακόμη σπανιότερα που μας βάζουν μονομιάς μπροστά σε αυτό που στο θέατρο είναι σκανδαλώδες, ανήκουστο, είτε μάλιστα αδύνατο».

Μετάφραση: Βίκτωρ Αρδίτης
Jean Genet - Ό,τι απέμεινε από έναν Ρεμπραντ που σχίστηκε σε μικρά πολύ κανονικά τετραγωνάκια και πετάχτηκε στο αποχωρητήριο. Η παράξενη λέξη... – Εκδόσεις Άγρα, 2015

Edgar Allan Poe | ΖΑΚΥΝΘΟΣ (“Το Zante”, 1836)

Ετικέτες

132

ΩΡΑΙΟ ΝΗΣΙ πού ἀπ’ τ’ ὀμορφότερο ἄνθος
τό τρυφερό σου τ’ ὄνομα ἔχεις πάρει!
Τῶν φωτεινῶν ὡρῶν μας πόσες μνῆμες
ὅταν σέ βλέπω μέσα μου ξυπνᾶνε!
Πόσες στιγμές χαμένης εὐτυχίας
καί τῶν νεκρῶν ἐλπἰδων πόσες σκέψεις
καί πόσα ὁράματα τῆς κόρης πού ἦταν
στίς σμαραγδένιες κάποτε πλαγιές σου!
Καί πιά ποτέ! Λέξη θλιμμένη πού ὅλα
τ’ ἀλλάζει! Πιά ποτέ ἡ δική σου χάρη
κι ἡ μνήμη σου ποτέ! Καί τώρα ἀκόμα
καί τ’ ἄνθη τῶν ἀκτῶν σου καταριέμαι,
ὑακίνθινο νησί κι ἀπό πορφύρα!
Isola d’ oro! Fior di Levante!

Μετάφραση: Γιώργος Βαρθαλίτης
Edgar Allan Poe - Ποιήματα: Τα ανάλεκτα – Gutenberg, 2015

Ζεάμι | Το φιλιατρό του πηγαδιού

Ετικέτες

131Μιά συνάντηση στό σταυροδρόμι τῶν ὀνείρων – κάποιου πού βλέπει τό φῶς τοῦ ἥλιου μέ κάποιον πού ἔχει φύγει:αὐτό εἶναι τό θέμα τῶν περισσότερων ἔργων τοῦ κλασικοῦ ἰαπωνικού θεάτρου Νό. Συνάντηση ἑνός πλάνητα καλογέρου καί μιᾶς σκιᾶς, μιᾶς ἀλύτρωτης ψυχῆς τοῦ Κάτω Κόσμου πού ἦταν ἄλλοτε μιά δέσποινα, ἕνας παλατιανός, ἕνας πολεμιστής. Ἡ ψυχή, ἄν κι ἔχει φύγει ἁπ’τή ζωή, γυρνᾶ καί ξαναγυρνᾶ στά μέρη πού ἔζησε, δεμένη μέ αὐτό τόν κόσμο, ἀνήμπορη ν’ἀναπαυτεῖ, ἀνήμπορη ν’ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά βάσανα τῆς πρότερης ζωῆς πού τῆς σημάδεψαν τό ριζικό: ἀγάπη, ζήλια, δίψα γιά ἐκδίκηση, μίσος θανάσιμο, ἀλαζονεία.
Τό ἰδεόγραμμα Νό σημαίνει ἐπιδεξιότητα, δύναμη, ταλέντο καί, τελικά, παράσταση. Τό θεατρικό εἶδος Νό εἶναι ἕνα ποιητικό δράμα, δίχως ἐξωτερική δράση καί συγκρούσεις, πού ἀποτελεῖται οὐσιαστικά ἀπό ἕνα μονόλογο ͘ ὁ πρωταγωνιστής (σιτέ) ἀπαγγέλει, χορεύει, παριστάνει μιμητικά καί τραγουδάει μέ τή συνδρομή τοῦ δευτεραγωνιστῆ (βάκι), τοῦ χοροῦ, καί μέ τή  συνοδεία ἑνός τετραμελοῦς μουσικοῦ συνόλου. Καθετί ἐδῶ ὑπακούει σἐ ἕνα αὐστηρά καθορισμένο τυπικό ͘ τίποτα δέν εὐνοεῖ τό αὐθόρμητο, τόν αὐτοσχεδιασμό – ὅλα τά ἔχει νοτίσει μιά σπάνια λεπταισθησία, ἡ πιό ἀκραία σχηματοποίηση.

*Ερρίκος Σοφράς

ΠΡΟΣΩΠΑ

Σιτέ : φάντασμα νεαρῆς γυναίκας πού ἦταν θυγατέρα τοῦ Κί νο Ἀριτσουνέ καί σύζηγος τοῦ Ἀριβάρα νο Ναριχίρα
Βάκι : καλόγερος
Χορός

ΤΟΠΟΣ

Ναός τοῦ Ἀριβάρα, Ἰζονοκάμι, Ἐπαρχία Γιαμάτο

ΕΠΟΧΗ

Φθινόπωρο

 

Ελληνική απόδοση: Ερρίκος Σοφράς
Ζεάμι - Το φιλιατρό του πηγαδιού - Το Ροδακιό, 1992

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος | Λουίς Μπουνιουέλ

Ετικέτες

130

Είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του
μ’ ένα δυνατό σπρώξιμο στην πλάτη
βρέθηκε σε μια μεγάλη πλατεία
με δυο-τρία κέρματα στο χέρι.

Αγόρασε από το περίπτερο
μιαν εφημερίδα κι ένα πακέτο τσιγάρα
κάθισε σ’ ένα τραπεζάκι απόμερο
και ξανάπιασε τη ζωή του
από κει ακριβώς που την είχε αφήσει.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Harold Pinter | ΠΟΙΗΜΑ

Ετικέτες

129

Περπάτησα ένα πρωί με τη μοναδική γυναίκα μου,
πέρα απ’ τους αμμόλοφους στο καλοκαιρινό πανηγύρι,
ν’ αγοράσω ένα παράθυρο και μια λευκή μαντίλα,
πέρα απ’ τα βότσαλα και τον ηλιόλουστο λόφο.
Αλλά ένα ξένος μας είπε πως το πανηγύρι τελείωσε,
κι επέστρεψα με τη μοναδική γυναίκα μου.

Κι επέστρεψα και σπίτι την οδήγησα.
Μ’ ακολούθησε από κοντά, μακριά απ’ το καλοκαίρι,
πέρα από τα βότσαλα και το φεγγαρόλουστο λόφο,
σε αμμόλοφους νωρίς το ηλιοβασίλεμα,
και μπήκε στο σπίτι μας χωρίς παράθυρο,
κι η μεγάλη χρονιά μπήκε απ’ την ανατολή.

Η μοναδική μου γυναίκα καθόταν πλάι σ’ ένα κερί.
Ο χειμώνας στην πόρτα τσουχτερός.
Μια χήρα μας έφερε μια μακριά μαύρη μαντίλα.
Το ‘βαλα στους ώμους της μονάκριβης γυναίκας μου.
Η χήρα μας άφησε για τους αμμόλοφους,
μακριά απ’ το σπίτι μας που δεν είχε παράθυρο.

Η χρονιά γένηκε πρώιμη αυγή.
Ένα πρωί περπάτησα με τη μοναδική γυναίκα μου,
μέσα από αμμόλοφους στο καλοκαιρινό πανηγύρι,
να πουλήσω ένα κερί  και μια μαύρη μαντίλα.
Χωρίσαμε στον ηλιόλουστο λόφο,
εκείνη σιωπηλή, εγώ στην απώτερη δύση.

Harold Pinter
Μετάφραση: Νίκος Φένεκ Μικελίδης

Guillaume Apollinaire | ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ ΣΤΟ ΡΗΝΟ

Ετικέτες

9

 

Τά παιδιά τῶν νεκρῶν πᾶνε νά παίξουν
στο κοιμητήρι
ὁ Μαρτέν ἡ Γερτρούδη κι ὁ Χάνς μέ τόν Ἐρρίκο
κανένας κόκορας δέν τραγούδησε σήμερα
κικιρίκο.

Οἱ γριοῦλες
χύνοντας δάκρυα περπατᾶνε
καί τά καλά τά γαϊδουράκια
κράζοντας χί χάν τρῶνε τά λουλουδάκια
ἀπό τά νεκρικά στεφάνια

Εἶναι τῶν νεκρῶν ἡ ἡμέρα
κι ὅλων τους τῶν ψυχῶν πού ἐφυγαν πέρα.

Οἱ γριοῦλες καί τά παιδάκια
ἀνάβουνε λαμπάδες καί κεράκια
σ’ ὅλους τούς τάφους τῶν Καθολικῶν
τά πέπλα τῶν γριῶν
καί τά σύννεφα τῶν οὐρανῶν
μέ κατσικίσια γένια μοιάζουν.

Τρέμει ὁ ἀέρας ἀπό προσευχές καί φλόγες

Ἕνας ὄμορφος κῆπος εἶναι τό κοιμητήρι
γιομάτος ροσμαρίνια καί γκρίζες ἰτιές
φίλων, συχνά, πού θάβουν, χωνευτήρι,
ἄ, τί καλά πού εἴσαστε στό ὡραῖο κοιμητήρι
ζητιάνοι πού ψοφήσατε μεθώντας ἀπό μπὐρα
κι εσεῖς οἱ ἀόμματοι ἴδιοι μέ τή μοίρα
κι εσεῖς μικρά παιδιά πού ξεψυχήσατε
πάνω στήν προσευχή σας ὅταν εἴσαστε.

Ἄ! Τί καλά πού εἴσαστε στό ὡραῖο κοιμητήρι
ἐσεῖς Δημάρχοι, ἐσεῖς βαρκἀρηδες
κι ἐσεῖς οἱ σύμβουλοι τῆς ἀντιβασιλείας
κι ἐσεῖς ἀκόμα, γύφτοι πού δέν ἔχετε χαρτιά
σᾶς σαπίζει ἡ ζωή μές στήν κοιλιά
καί μᾶς σπρώχνει ὁ σταυρός ἀνάμεσα στά πόδια
Τοῦ Ρήνου ὁ ἄνεμος οὐρλιάζει
μ’ ὅλες τίς κουκουβάγιες
καί σβήνει τά κεριά
πού πάντοτε τά ξανανάφτουν τά παιδιά
καί τά νεκρά τά φύλλα
σκεπάζουνε τούς πεθαμένους.

Πεθαμένα παιδιά κάποτε κουβεντιάζουν
μέ τίς μητέρες τους
κι ἄλλοτε κάποιοι πεθαμένοι
θά ‘θελαν νά ξαναγυρίσουν στίς ἡμέρες τους.

Ὤ! Σήμερα δέν θά ‘θελα νά βγεῖς
γιατί εἶναι τό φθινόπωρο γεμάτο
ἀπό κομμένα χέρια
ὄχι ὄχι πρόκειται γιά τά νεκρά τά φύλλα
εἶναι τά χέρια τῶν ἀγαπημένων μας πού ἔχουν πεθάνει
κι εἶναι τά κομμένα χέρια σου
τόσο πολύ κλάψαμε σήμερα
μ’ αὐτούς τούς νεκροὐς μέ τά παιδιά τους
καί τίς γριοῦλες

Μετάφραση: Ανδρέας Καραντώνης
 Guillaume Apollinaire

Stefan Zweig | Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ και H αόρατη συλλογή

Ετικέτες

128

Ο ΠΑΛΑΙΟΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ ΜΕΝΤΕΛ

(Απόσπασμα από τις σελίδες: 24,25,26)

Πήγαμε λοιπόν οἱ δυό μας στό Καφέ Γκλούκ, καί νά τονε καθισμένος ἐκεῖ, ὁ Βιβλιομέντελος, διοπτροφόρος, γενειοφόρος, μαυροντυμένος, διαβάζοντας νά λικνίζεται σάν θάμνος σκοτεινός στόν ἄνεμο. Μπήκαμε μέσα, δέν μᾶς ἀντιλήφθηκε. Μόνο καθόταν καί διάβαζε καί σάν παγόδα λίκνιζε τό πάνω μέρος τοῦ κορμιοῦ του πέρα-δῶθε πάνω ἀπ’το τραπέζι καί στήν κρεμάστρα πίσω του κουνιόταν το τριμμένο μαῦρο παλτό του σάν ἐκκρεμές, παραγεμισμένο κι αὐτό ἀπ’τήν μιάν ἄκρη ὥς τήν ἄλλη μέ ἐφημερίδες καί χαρτομάνι. Γιά νά ἀνακοινώσει τήν ἄφιξή μας ὁ φίλος μου ἔβηξε δυνατά. Ὁ Μέντελ ὅμως, μέ τά χοντρά γυαλιά του κολλημένα στό βιβλίο, οὔτε καί τώρα ἀντιλήφθηκε τό παραμικρό. Ἐντέλει ὁ φίλος μου χτύπησε μέ τό χέρι τήν ἐπιφάνεια τοῦ τραπεζιοῦ, δυνατά καί καθαρά, ὅπως ἀκριβῶς χτυπᾶ κανείς μιά πόρτα. Τότε, ἐπιτέλους ὁ Μέντελ σήκωσε τό βλέμμα. Μηχανικά βιάστηκε νά σηκώσει στό μέτωπο τά χοντρά γυαλιά του μέ τόν ἀτσάλινο σκελετό ͘ κάτω ἀπό τά πεταχτά σταχτόγκριζα φρύδια του μᾶς κάρφωσαν δυό μάτια παράξενα, μικρά, μαῦρα, ξύπνια μάτια, εὔστροφα, αἰχμηρά καί κινητικά σάν τή γλώσσα τοῦ φιδιοῦ. Ὁ φίλος μου μέ σύστησε κι ἐγώ ἔθεσα τό αἴτημά μου φροντίζοντας πρῶτα νά παραπονεθῶ, δῆθεν ἐξοργισμένος, γιά τόν βιβλιοθηκάριο πού δέν θέλησε νά μοῦ δώσει πληροφορίες (ὁ φίλος μου μέ εἶχε ρητά ὀρμηνεύσει νά μεταχειριστῶ αὐτόν τό δόλο). Ὁ Μέντελ ἀκούμπησε πίσω κι ἔφτυσε ἐπιμελῶς. Μετά κάγχασε κοφτά, μέ τήν ἔντονη προφορά τῶν ἀνατολικῶν περιοχῶν: » Ὄχι δέν θέλησε, δέν μπρόρεσε! Ἕνας ντενεκές εἶναι, ἔνα βόδι ἀσπρομάλλικο. Τόν ξέρω, πού νά μήν τόν ἤξερα, εἴκοσι χρόνια ὁλόκληρα τόν ξέρω ἀλλά ντίπ δέν ἔμαθε. Αὐτοί τό μόνο πού ξέρουν εἶναι νά τσεπώνουν τό μισθό! Μωρ’ πέτρες ἔπρεπε να κουβαλᾶνε οἱ προφέσορες σάν τοῦ λόγου του, ὄχι νά κάθονται μέ τα βιβλία ἀντάμα».


Η ΑΟΡΑΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

(Απόσπασμα από τις σελίδες: 89,90,91)

» Ἀπ’ὅταν ἤμουν παιδί πάντα μοῦ ἐρχόταν ἄβολο νά ἔρχομαι ἀντιμέτωπος μέ τυφλούς. Μέ καταλάμβανε ντροπή κι ἀμηχανία πού ἕναν ἄνθρωπο τόν ἔνιωθα ἀπόλυτα ζωντανό, ξέροντας ταυτόχρονα πώς οἱ δικές του αἰσθήσεις δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά με προσλάβει μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὅπως ἐγώ αὐτόν. Καί τώρα ἔπρεπε πάλι νά ξεπεράσω μιά πρώτη τρομάρα στή θέα τούτων τῶν ματιῶν, πού ἄκαμπτα καί νεκρά καρφώνονταν στό κενό κάτω ἀπό ἀτίθασα, φουντωτά, λευκά φρύδια. Μά ὁ τυφλός δέν μοῦ ἄφησε χρόνο να νιώσω τοῦτο τό μάγκωμα, γιατί δέν πρόλαβα καλά καλά ν’ ἀγγίξω τό χέρι του κι ἔσφιξε μέ δύναμη τό δικό μου, καλωσορίζοντάς με ἐκ νέου μέ μιά θορυβώδη καί θερμή ἐγκαρδιότητα: «Σπάνια ἐπίσκεψη», εἶπε μ’ἕνα πλατύ χαμόγελο, «ἀληθινό θαῦμα πού ξεστράτισε κατά τά μέρη μας ἕνας ἀπό τούς ἄρχοντες του Βερολίνου… Πρέπει ὅμως νά ‘μαστε προσεχτικοί ὅταν ἕνας ἔμπορος βγαίνει στη γύρα… Στό σπίτι μας λέγαμε πάντα: Κλεῖστε τίς πόρτες καί τίς τσέπες ὅταν ἔρχονται οἱ τσιγγάνοι… Ναί, μπορῶ νά φανταστῶ γιατί μέ ψάχνετε… Οἱ δουλειές δέν πᾶνε καλά τή σήμερον ἡμέρα στή φτωχή τή Γερμανία μας, πού πῆρε τήν κάτω βόλτα. Δέν ἔχει πιά ἀγοραστές, κι οἱ μεγάλοι ἄρχοντες θυμοῦνται ξανά τούς παλιούς πελάτες τους καί ψάχνουν τό παλιό τους τό κοπάδι σάν τούς τσοπάνηδες. Φοβᾶμαι ὅμως ὅτι μέ μένα ἀτυχήσατε. Ἐμεῖς οἱ φτωχοί, οἱ γερο-συνταξιοῦχοι, λέμε δόξα σοι ὁ Θεός σάν ἔχουμε ἕνα κομμάτι ψωμί στό τραπέζι μας. Δεν μποροῦμε πιά νά σᾶς παρακολουθήσουμε σέ τούτη τήν τρελή κούρσα τῶν τιμῶν… Ἕνας σάν καί τοῦ λόγου μας εἶναι ἀποκλεισμένος διά παντός».

Μετάφραση από τα Γερμανικά: Μαρία Τοπάλη
Stefan Zweig -  Ο παλαιοβιβλιοπώλης Μέντελ. H αόρατη συλλογή - Εκδόσεις Άγρα, 2010

Δ.Π. Παπαδίτσας | ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ III

Ετικέτες

127

Γιατί ἔχω μέσα μου ἕνα νεκρό πουλί κι ἐσύ τό λυπᾶσαι
Γιατί μοῦ κρατάς τά χέρια καί τά δικά σου χέρια τά ‘χω κρυμμένα στόν ὕπνο μου
Γιατί τό σῶμα σου μοιάζει μέ ὄνειρο πού ἀκολουθεῖ τις πράξεις μου ὅλη τή μέρα
Καί λίγο λίγο μοῦ ἔρχεται στή μνήμη
Γιατί μοῦ λές γιά τήν ἀγάπη
Μοῦ λές πῶς ἀποχαιρετιόνται δυό κι ἀφἠνουν τήν ἀγάπη μόνη
Σάν το μαργαριτάρι ἔξω ἀπ’ τό στρείδι του
Γιατί μοῦ λές πολλές φορές γιά τήν ἀγάπη ὅτι εἶναι σύμπτωση
Γι’ αὐτό σ’ ἀγαπώ

Γιατί σ’ ἀγκαλιάζω καί σέ μυρίζω ὅπως ἀρνί πού ὀσφραίνεται τό χόρτο
Γιατί δέχομαι τή φωνή σου σά νά ‘ναι σπόρος
Κι ἐγώ σά νά ‘μαι φρέσκο χώμα

Γιατί σ’ ἀγκαλιάζω πάντα κι ἀπέναντί μας μιά μέρα σημαδεύει τήν ἀγάπη μας
Ὅπως ἐμένα κάποτε πού με πρυροβολοῦσε ἡ νύχτα
Γιατί σέ βλέπω σάν πηλό καί θέλω νά σοῦ δώσω τό σχῆμα τῆς ἀγωνίας μου
Κι ὕστερα πάλι νά σέ ξαναπλάσω
Γι’ αὐτό σ’ ἀγαπῶ
Γιατί εἶσαι ἡ ἀγωνία μου

Γιατί μές στόν καιρό εἶσαι ἡ ἐλπίδα ὅπως ἡ γλύκα στοῦ καρποῦ τά βάθη
Ὅπως τά δακρυσμένα μάτια τήν ὥρα πού φεύγουμε
Γιατί εἶσαι ἡ καρδιά μου πού χτυπάει μουσικά ὅταν ἐγγίζω καί τα νύχια σου
Πού εἶναι στό δέρμα μου σά σκορπισμένα λουλούδια σέ νερό
Γιατί εἶσαι τό τραγούδι μου πού λέω τ’ ἀπογεύματα
Γι’ αὐτό σ’ αγαπῶ.

Δημήτρης Παπαδίτσας

Dylan Thomas | Στην επιδέξια ή μελαγχολική μου τέχνη

Ετικέτες

126

Στην επιδέξια ή μελαγχολική μου τέχνη
Που ασκείται στην ήρεμη νύχτα
Όταν μόνον το φεγγάρι εξεγείρεται
Και οι εραστές κείτονται στα κρεβάτια
Με όλες τις θλίψεις μες στα χέρια τους
Εργάζομαι δίπλα σε φως μελωδικό
Όχι για δόξα ή ψωμί
Ή εγκώμια και ανταλλαγές φιλοφρονήσεων
Σε αλαβάστρινες σκηνές
Αλλά για τις κοινές απολαβές
Απ’ της καρδιάς τα τρίσβαθα.
Ούτε για τον περήφανο άνδρα ξεχωριστά
Απ’ το εξεγερμένο φεγγάρι επευφημώ
Πάνω σ’ αυτές τις τρικυμισμένες σελίδες

Ούτε για τους επώνυμους νεκρούς
Με τα αηδόνια τους και τους ψαλμούς τους
Αλλά μονάχα για τους εραστές, τα χέρια τους
Γύρω απ’ τις λύπες των καιρών
δεν επαινούν ούτε αμείβουν
Ούτε γνωρίζουν τη δεξιότητα ή την τέχνη μου.

Μετάφραση: Μαρία Αρχιμανδρίτου